«Λοιπόν;»…

«Λοιπόν;»
«Την αλήθεια;»
«Πάντα.»
«Νόστιμοι, αλλά σαν της γιαγιάς δεν είναι.»

Πόσες φορές έχει επαναληφθεί αυτός ο διάλογος στα περισσότερα σπίτια.
Σαν να την βλέπω, με την ποδιά της, στην κουζίνα να ετοιμάζει το αγαπημένο μου φαγητό. Και τότε η χαρά της ήταν διπλή.

Όμορφη γυναίκα, με τα πιο υπέροχα μπλε μάτια που έχω δει ποτέ μου. Τα μαλλιά της πάντα καρέ, πιασμένα στη βάση του κεφαλιού με τσιμπιδάκια. Ήσυχη, διακριτική, με χιούμορ και μυαλό «ξυράφι» μέχρι και τα 100 της που πέθανε.

«Κεφτού» με αποκαλούσε, γιατί ήξερε ότι μου άρεσαν πολύ. Η εικόνα είναι εκείνη μπροστά στο τηγάνι να γυρίζει τους κεφτέδες με υπομονή, υπολογίζοντας με το μάτι και τις μυρωδιές, πότε πρέπει να τους βγάλει, Η επόμενη δόση είναι έτοιμη δίπλα, σε πιατέλα. Ομοιόμορφοι, ελαφρώς πλακέ, για να τηγανιστούν σωστά, αλευρωμένοι, τόσο όσο. Κι εγώ πιο πέρα να περιμένω για να δοκιμάσω, δήθεν, αν τους πέτυχε πάλι.

Η γιαγιά μου δεν ήταν απ’ τη Σμύρνη ούτε απ’ την Πόλη, οι κεφτέδες της όμως ήταν ανεπανάληπτοι. Κι αυτό που σίγουρα δεν έφτιαχνε καμιά άλλη γιαγιά ήταν οι ρινιστέδες. Δική της ονομασία, όπως και η συνταγή. Κρατούσε ελάχιστο από το μείγμα του κιμά, στο οποίο έριχνε ζάχαρη, αλεύρι και λίγο δυόσμο φρέσκο, ελάχιστο νερό, να γίνει χυλός και αφού είχε τελειώσει με τους κεφτέδες, το έριχνε σε κουταλιές στο τηγάνι και το τηγάνιζε. Δεν έφτιαχνε πολλούς, αλλά ήταν μόνο για μένα.

Πρόσφατα που έφτιαχνε κεφτέδες η μαμά, για να τους βρει ο δικός της εγγονός πια, όταν θα γυρίσει απ’ το σχολείο, μου έκανε έκπληξη και στο τέλος είχε φτιάξει ρινεστέδες. Δεν το είχε ξανακάνει αυτό. Η μυρωδιά με χτύπησε την ώρα που έστρωνα το κρεβάτι μου με την κουβέρτα που θυμάμαι να μου φτιάχνει η γιαγιά επί μήνες με το βελονάκι, στο σχέδιο που μου άρεσε.

«Ας ερχόσουν για λίγο μοναχά για ένα βράδυ…». Της άρεσε αυτό το τραγούδι.

via Maria Chapsoula

#philotimo #filotimo #φιλότιμο

«Λοιπόν;»... 1


Πηγή